μεταλλικότητα

μεταλλικότητα
[-ης (-ητος)] η
1) наличие металла; 2) наличие минеральных солей; минерализация;

μεταλλικότητα του ΰδατος — наличие минеральных солей в воде, насыщенность воды минеральными солями


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "μεταλλικότητα" в других словарях:

  • μεταλλικότητα — η το σύνολο τών ιδιοτήτων που χαρακτηρίζουν τα μέταλλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μεταλλικός. Η λ., στον λόγιο τ. μεταλλικότης, μαρτυρείται από το 1893 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»